Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Ανατροπή




Οι Άντρες μεγιστάνες του Χρόνου
διαχειρίζονται την ιεραρχία
και την προτεραιότητα
με σοφή τεκμηρίωση εστιασμένης σκέψης
κι επαλήθευση πολλαπλού δεκαδικού ψηφίου
υπολογιστικής λεπτομέρειας...

....μέχρις ότου 
εισέρχεται στο πλάνο
η Γυναίκα...

..κι ο Χρόνος καμπυλώνεται,
η Ιεραρχία κατεδαφίζεται συθέμελα,
η Προτεραιότητα σπρώχνεται ακανόνιστα 
μπρος στην πόρτα της,
η Τεκμηρίωση διδάσκεται αλληγορία,
οι Υπολογισμοί νοθεύουν το μέτρημα
κι η Επαλήθευση παραπλανεί τον εαυτό της
καθώς ο Άντρας σκέφτεται να γίνει
Επιστήμονας για να ερμηνεύσει, να ελέγξει
και ίσως να προβλέψει το Φαινόμενο,
ή Ποιητής για να το περιγράψει, 
ή Τρελός για να το ζήσει....



-----------------------------------------------
Αφιερωμένο στον ΔιΚό μου Τρελό.... που ΠΟΤΕ δε θα πάψω να παιδεύω.



Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Τζιμάκος




Περασμένα μεσάνυχτα
κάθεσαι στο κοινό
με την αμηχανία της πολύωρης αναμονής,
με την ημέρα να σέρνει το νυχτικό της
ανάμεσα στις περιποιημένες γυναίκες,
σαν ατίθαση πιτσιρίκα που αρνείται 
να πάει για ύπνο χωρίς τον Έρωτά της,
-Έρωτας ο Τζιμάκος.

Κάθεσαι ώρα 
και περιμένεις να γεμίσει η άδεια θέση
στο μικρόφωνο
κι ο Τζιμάκος δε λέει να σηκωθεί
ή ίσως σού ετοιμάζει -ως είθισται- άγριο σκηνικό
στο θέατρο της Ζωής
προσποιούμενος γι' άλλη μία φορά 
ένα ρόλο πιο αληθινό από όλους.

Μ' ένα πονηρό γελάκι
σού κλείνει το μάτι
και σού σβήνει το φόβο του τί υπάρχει Μετά.

Μετά, φίλε μου,  ξεκινά η Μεγάλη Παράσταση
γιατί ο Τζιμάκος δίδαξε
πως η Ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα Θέατρο Παραλόγου
κι αν έχεις ένα λόγο να υπάρχεις Εδώ
είναι η Τρέλα σου
με την οποία ρε  μάγκα
πληρώνεις το εισιτήριο για την Μεγάλη Παράσταση
εκεί
όπου Αιώνια Έφηβος θα παραμονεύει ο Τζιμάκος....




Ένας Ευαίσθητος Ληστής








Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Δεν ξέρεις πώς..





Τα παιδιά κοιμούνται
μη φωνάξεις αν τρομάξεις
στο σημείο που υπάρχεις
γεννιέται ο πανικός
κλείνει το κέλυφος
δεν κουνιέται τίποτα
η συντέλεια δεν ξεκίνησε ακόμη
φοβάμαι -λίγο-
μα δεν προσεύχομαι
προσέρχομαι
ντυμένη  την αιχμηρή μου τρυφερότητα.

Αιώνες τώρα σε παρατηρώ
σπρώχνεις το Θηρίο σου στο αδιέξοδο
πεινά και δεν ξέρεις πώς να το ταΐσεις
χωρίς να σού φάει τα χέρια
κρυώνει και δεν ξέρεις πώς να ανάψεις φωτιά
χωρίς να κάψεις το βελούδινο τρίχωμά του
ιδρώνει και δεν ξέρεις πώς να το ηρεμήσεις
χωρίς να σού επιτεθεί
κουλουριάζεται και δεν ξέρεις πώς να το νανουρίσεις
χωρίς ο ψίθυρος να ξυπνήσει τους δαίμονές του.

Οι αθωότητές μας κοιμούνται
μη φωνάξεις αν τρομάξεις
θα έρθω ακόμη πιο κοντά
άσε ελεύθερο το Θηρίο
και τους δαίμονές σου
δε φοβάμαι πια
όπου κι αν μ' αγγίξεις είμαι φωτιά
είμαι τροφή
είμαι τρυφερότητα
έχω καλλιεργήσει πάνω μου
όσα χρειάζεται το Θηρίο
για να εξημερωθεί
ακόμη κι αν Εσύ δεν ξέρεις πώς.








Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Η κοιλάδα με τις σκιές





Μια αγέλη ολόκληρη
ξυπόλητα αγρίμια
στην κοιλάδα με τις σκιές
θέατρο σκιών
καταπίνει τις αλήθειες.

Αιχμαλωτίζεσαι
φιμώνεσαι
τρέμεις
καταπίνεις το φόβο σου
επιζείς χορτάτος.
Ένας, μέσα στους πολλούς.

Σκοτεινιάζει.

Δε βραδιάζει.
Μέρα μεσημέρι
απλώνεται εκείνη η πνιχτή σκοτεινιά
που φιμώνει τα παραμύθια.

Έπαψαν να κλαίνε τα παιδιά.
Πεθαίνουν αθόρυβα στα κρεβάτια
αγκαλιά με τα ψεύτικα παιχνίδια τους.
Τα σκεπάζεις ευλαβικά
και προσποιείσαι πως δεν τα σκότωσες.

Φτάνεις και στο δικό μου.
Τεντώνεις την κουβέρτα
κι όμως δε με χωράει πια.
Οι αστράγαλοι ξεπροβάλλουν
σαν κόμποι σ' έναν λαιμό 
που έμαθε να τρέχει 
πάνω σε δρόμους κλειστούς
που τους έσκαβα πάντα με τα χέρια.

Απομακρύνεσαι.
Ό,τι σκέπασες, σκέπασες.
Όσα προεξέχουν
αλήθειες που δε θάβονται στις σκιές.

Ποτέ δεν έπαιξα με ψεύτικα παιχνίδια.
Μού τα χάριζαν έτσι,
μα στο πρώτο βάφτισμα
τους έδινα Ζωή.

Μόνη μου
μία αγέλη ολόκληρη
ξυπόλητα αγρίμια
στην κοιλάδα μου με τις σκιές.

Οι λύκοι μου ουρλιάζουν σκαρφαλωμένοι 
στη σωρό με τα φιμωμένα παραμύθια.
Τα σύννεφα πρόβατα αλαφιασμένα
συσσωρεύονται. 
Κοπάδια που πνίγουν το φως.
Σκοτεινιάζει.

Ποιος βλέπει να γράψει ιστορία μέσα στο σκοτάδι;

Αυτό το μαύρο -σαν σκιά- φόρεμα
δεν είναι κεντημένο από μαύρα γραμματάκια
κάποιας γραφομηχανής.
Είναι λουσμένο στον διάφανο πυρετό
του Φεγγαριού 
που πλέον δε χωρά κάτω από το σύννεφο
όπως δε χωράω κι εγώ κάτω από την κουβέρτα μου πια
όπως δε χωρά η αγέλη μου στην κοιλάδα με τις σκιές
όπως δεν φτάνουν πλέον δυο παλάμες να φιμώσουν τα παραμύθια.






Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Κι εκεί που νόμιζες..




Κι εκεί που νόμιζες πως εξαντλήθηκαν τα δώρα
φτωχαίνει ο κόσμος
οι γιορτές τελειώνουν νωρίς
η Ζωή μεγαλώνοντας μικραίνει,
εκεί που νόμιζες χάθηκαν οι περιουσίες 
και μάς μείναν μόνο χρέη
πως τελείωσαν τα Θαύματα
και ο Εαυτός έμεινε ορφανός
εκεί που έσκυψες να κλάψεις
ή να κρυφτείς
εκεί γράφτηκε το Ποίημα
και γεμίζοντας τις σελίδες σου
άρχισαν να πληθαίνουν πάλι τα δώρα
οι γιορτές να παίρνουν παράταση
ο Εαυτός να αποκτά παιδικότητα
η παιδικότητα να πιστώνει τη Ζωή με Φαντασία και Τρέλα
και να γινόμαστε πλούσιοι ξανά
χωρίς τίποτε στα χέρια
μα με  Ψυχή γεμάτη από Ουσία.









Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Η Αξία του ναυαγώ



My picture is swimming in here:
https://owlswithfins.deviantart.com/art/Midnight-Mermaid-462014208



Ναυάγιο στο ναυάγιο
κάτω από το νερό 
μεταμορφώθηκα σε γοργόνα.

Δεν πνίγομαι πια.






Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Πεφταστέρι και Πεφτάνθρωπος




Κάθε που πλησιάζει μία νέα Πρωτοχρονιά μικραίνω κι όλο πιο φτωχή στέκομαι μπροστά στ' αστέρια. Τα φωτάκια όλο και πιο φτηνά και ψεύτικα, πληθαίνουν θαρρείς, όπως πληθαίνει ο όγκος της αυταπάτης. Δε στόλισα και φέτος. Δε διασταυρώθηκε ο δρόμος μου με το βρέφος. Οι εγκυμοσύνες μου γεννούν ανυπότακτους καλικατζάρους. Είμαι ταγμένη στην άλλη όχθη της γης. Ροκανίζω το δέντρο. Φυτρώνω παρασιτικά στο ευωδιαστό Χριστουγεννιάτικο κλίμα. Αναφύονται μυτερά αυτιά στο κεφάλι μου. Ζωγραφίζεται ένα μοχθηρό μου χαμόγελο μπρος στην ευγενική υποκρισία των ημερών. Σ' αγαπώ. Σε σκέφτομαι. Σού πήρα ένα δώρο, μέρες που είναι. Αύριο, στην πρώτη καθημερινή, θα σε σκοτώσω πάλι.

Σε κάθε πεφταστέρι οφείλεις να κάνεις μία ευχή. Εγώ επιμένω να κοιτάζω το μαύρο σκοτάδι που αφήνει πίσω του ένα αστέρι που πέφτει, που σβήνει, που χάνεται. Είχα από πάντα αδυναμία στο Κενό, στο Μεγάλο Τίποτα που μένει πίσω όταν χάνεται κάτι πολύτιμο. Καταπίνω τον εαυτό μου με μία αυτοκαταστροφική επιμονή για να δω πόσο Μεγάλο Κενό θα αφήσει το ίχνος μου. Πέφτω. Χάνομαι. Τ' αστέρια δεν έχουν μάτια να διακρίνουν τους πεφτανθρώπους και να κάνουν μία ευχή στο όνομα του κάθε εκλιπόντα. Εκλείπω.

Έχω μία ολόκληρη συλλογή ποιημάτων αφιερωμένη. Κι ένα παραμύθι παιδικό. Ανέκδοτα όλα. Γελάνε μαζί μου οι λέξεις. Τόσο ξόδεμα! Παράπλευρές μου απώλειες. Στα περιθώρια των ποιημάτων ζω τις πιο δυνατές στιγμές μου. Εκεί όπου δε διαβάζει κανένας αναγνώστης. Εκεί που σκίζεις το απόκομμα και το πετάς για να γλιτώσεις γραμμάρια στο γράμμα και να χρεωθείς λιγότερο. Σε χρέωσα λιγότερο. Εκλείπω. Μην μου πάρεις δώρο φέτος. Οικονομία. Ένα πακέτο λιγότερο. Εξάλλου αυτό που ζήτησα δεν τυλίγεται. Δεν κοστολογείται. 

Σκαρφαλώνω στην μύτη της κεραίας και στέκομαι με τις μύτες των ποδιών, σαν μπαλαρίνα. Τεντώνομαι να πιάσω τα σήματα. Δεν εκπέμπει κανείς. Τόση σιωπή είχα να αισθανθώ από την τελευταία φορά που χρησιμοποίησα τ' αποσιωπητικά μου. Φίμωσα την ανάσα μου  και σταμάτησα την καρδιά μου. Ούτε ροή, ούτε πνοή, ούτε σκέψη. Νεκρική Σιγή  σαν Ύμνος στο Μεγάλο Γεγονός της Αυτοσυγχώρεσης. 

Έλα, σε συγχωρώ, Κοριτσάκι μου. Πάψε να μου λες τα κάλαντα με αυτή τη φωνή που σβήνει. Τα σπίρτα σου τελείωσαν. Τα παραμύθια επίσης. Κι εγώ ξέμεινα από ψιλά. Δεν έχω φιλοδώρημα πια να καλοπιάσω τις φιλότιμες  προσπάθειές σου να με συγκινήσεις. Κοριτσάκι μου, ψήλωσες αρκετά και τα λάθη δεν εφαρμόζουν στο Ανάστημά σου. Σε συγχωρώ όμως για όλη την ταλαιπωρία. Για την μετανάστευση στον Άδη των άψυχων πραγμάτων. Ίσως αυτό το ταξίδι είναι η μόνη σου ευκαιρία να χρησιμοποιήσεις σωστά τη λιγοστή φωτιά που σού απέμεινε και να πυροδοτήσεις την Ψυχή ενός νεκρού Αστεριού που περιμένει Ανάσταση. 

Πόσες μέρες παραμένουν νεκρά τ' αστέρια περιμένοντας ανάσταση; Οι άνθρωποι, τρεις; Έχω τρεις μέρες να σού χαρίσω. Κάνε το Θαύμα σου.

Ξέμεινα από φωνή, από σπίρτα, από ψιλά, από Ψυχή. Άσε με να πω τα κάλαντα σαν πεφτάνθρωπος που πέφτει από το σύννεφο στο χώμα και σαν θα με βλέπεις να διασχίζω το μοιραίο τόξο της πτώσης μου κάνε  μία ευχή:

Αύριο, στην πρώτη καθημερινή να έχω τη δύναμη να σ' αγαπήσω από την αρχή, Κοριτσάκι. Σαν μόλις να γεννηθήκαμε δίδυμα πεφταστέρια. Εγώ Καλικάτζαρος κι Εσύ Αγγελάκι. Εγώ να ροκανίζω τη Ζωή σου κι Εσύ να με συγχωρείς που δε συμβιβάζομαι. 









Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Γέννηση




Όσο κρυώνει ο καιρός
ρίξε φωτιά στο χαμόγελό σου
ψύχεται η Ψυχή του Ανθρώπου.
Πεθαίνουν τα όμορφα έμβρυα 
στην παγωνιά.
Μένει άδειο το διαμέρισμα του έσω κόσμου
και οι τοίχοι μαραζώνουν από θλίψη.
Δε βοηθά ο συνωστισμός.
Θέλω να κλείσεις την πόρτα
έρχεται κρύο από έξω.
Οι άνθρωποι που μας αγαπούν
θα σκάψουν αν θελήσουν να μας φτάσουν.
Κλείδωσε
και ρίξε τον εαυτό σου στη φωτιά
χρειάζεται ζέστη η ζωή μας.
Έλα να κάνουμε ένα παιδί
σ' αυτό το λευκό δωμάτιο αυτού του ποιήματος
το δίχως ηλεκτρικό
που βρίθει από δισταγμούς 
κι ανθρώπινη αγωνία.
Έλα να κάνουμε ένα παιδί
να έχει ένα λόγο η ύλη
να αγαπήσει τον εαυτό της
να αποκτήσει λόγο ύπαρξης 
η αιωνιότητα των λέξεων
να θέλει να παραμείνει ζωντανή η φλόγα
να έχουν ένα λόγο να σμίγουν οι τοίχοι
αγκαλιάζοντας τις ζωές μας
που δεμένες σκαρφαλώνουν στα χρόνια.
Στην κορυφή αυτού του έπους
θα γεννήσω το γιό σου
θα σού μοιάζει
θα είναι ο παιδικός ήρωας 
που δεν είχες ποτέ
θα κρατά τη σπίθα που χρειάζεται το χαμόγελό σου
για να μείνει αναμμένο
όταν τ' άστρα θα έχουν πια χαθεί.
Μη χαϊδεύεις την κοιλιά μου.
Δε θα νιώσεις το σκίρτημα.
Άπλωσε την παλάμη σου στην καρδιά μου.
Εκεί κυοφορώ το παιδί μας
με κείνη τη συναισθηματική νοημοσύνη 
των ευαίσθητων ανθρώπων
γεμίζω τις φλέβες του.
Σ' αυτή τη γωνιά που ονομάζω παράδεισο
μακριά από τα βλέμματα
γεννώ έναν μύθο
και είναι στο χέρι σου να του δώσεις ζωή.
Δεν προσκυνώ βασιλιάδες ούτε θεούς.
Υποκλίνομαι περήφανα
στην πιθανότητα το Αδύνατο
να γίνει Δυνατό
κι αν νιώθεις δεν μπορείς
εγώ μπορώ να σε κάνω να πιστέψεις..




Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Όταν θα 'ρθεις



          
        


 Όλοι οι προς μελοποίηση στίχοι μοιάζουν παιδικές προσπάθειες να χωρέσεις την αλήθεια σου σε μία χούφτα λέξεις..
(Η Άννα Αδαμοπούλου έχει τους στίχους στα χέρια της για μελοποίηση..)
-----------------------------------------------


Πλάθω τον κόσμο για όταν θα ‘ρθεις
δεν ακουμπάει την αλήθεια κανείς
είμαστε μόνοι στο πλάνο αυτό
όταν θα έρθεις, Εσύ κι Εγώ.

Δε θα σε ψάξω σε επίσημα μέρη
ο Έρωτας χόρτασε φεγγάρι κι αστέρι
θέλει σκοτάδι και φώτα σβηστά
θέλει μια νύχτα με βαθιά μυστικά.

Κεντάω το μαύρο λινό φόρεμά μου
πάνω στα άγρια, τρελά όνειρά μου
σκαρφαλώνω, όροφος τελευταίος
θα ‘ναι θάνατος ή Έρωτας μοιραίος.

Σε θέλω ανάμικτο. Κεντρί και μέλι.
Να ‘χει η Ψυχή μου λόγο να θέλει
αιώνια να μένω στο δωμάτιο αυτό
μια σταλιά χώρος, βασίλειο σωστό.

Θα έχουμε στους τοίχους παράσημα μαχών
ψίθυροι, κραυγές, λόγια των ψυχών
και τα σώματά μας στο κέντρο του κύκλου
οι σκιές τρελές, λάδι θα τους ρίχνουν.

Κι όλα μια φωτιά στην ήσυχη πόλη
γύρω μας νεκροί, υπνοβάτες,  όλοι
απομείναμε εμείς, σώσε με να σε σώσω
αγάπησέ με, πριν με σκοτώσω.

Άπλωσε χαλί μου τα ξερά τα χόρτα
στέκομαι με σπίρτο και φωτιά στην πόρτα
δε θ’ αγαπηθούμε όπως όλοι οι άλλοι
να ‘χεις ετοιμάσει βαλίτσα μεγάλη.

Θα αναστηθούμε στην αντίπερα όχθη.
Θα ψαρεύουμε με τεράστια απόχη
Εγώ την Ψυχή σου, Εσύ τη δική  μου
θα ‘ναι η Ζωή σου, Μωρό μου, Ζωή μου.

Θα με χορταίνεις με σάρκα και αίμα
θα σε χορταίνω με παλμούς στη φλέβα.
Μία αιωνιότητα οι μικρές στιγμές μας
ορατές στο απέραντο γυαλίζουν οι σκιές μας.

Κι αν κάπου θα υπάρχουμε αιώνες μετά
θα ‘ναι στο αγκάθι που τη σκέψη τρυπά
και φυτρώνει όνειρο στων ανθρώπων τον ύπνο.
Εκεί πάντα θα ‘ρχομαι να σε βρίσκω.
Εκεί που γεννιέται ο σπόρος της τρέλας
ο Έρωτας καλπάζει άγριος αέρας
σαρώνει το σύμπαν το καλοφτιαγμένο.
Εκεί πάντα θα σε περιμένω.

Μην αργείς, αγριεύει ο καιρός
Υψώνονται κτίρια, πόλεις, γκρεμός
στενεύει ο χώρος, κελί φυλακής,
όσο  αργείς, πεθαίνω  νωρίς
κι αν ζωντανεύω κάθε πρωί
είναι γιατί σ’ αγαπώ σαν Τρελή.

Πλάθω τον κόσμο για όταν θα ‘ρθεις
δεν ακουμπάει την αλήθεια κανείς
είμαστε μόνοι στο πλάνο αυτό
όταν θα έρθεις, Εσύ κι Εγώ.


 -----------------------------------------------